OnAir24.gr
🌤️ ΚΑΙΡΟΣ
Αθήνα ☀️ 19°C Θεσσαλονίκη ☀️ 20°C Πάτρα ⛅ 18°C Ηράκλειο 🌤️ 18°C Λάρισα 🌤️ 18°C Ιωάννινα ☀️ 13°C Ρόδος ☀️ 20°C Κέρκυρα 🌤️ 18°C Αθήνα ☀️ 19°C Θεσσαλονίκη ☀️ 20°C Πάτρα ⛅ 18°C Ηράκλειο 🌤️ 18°C Λάρισα 🌤️ 18°C Ιωάννινα ☀️ 13°C Ρόδος ☀️ 20°C Κέρκυρα 🌤️ 18°C

Το αόρατο βάρος της ψυχικής υγείας των νέων στην Ελλάδα — τι λένε τα στοιχεία του 2026

Το άρθρο

Στην επίσημη εθνική έκθεση που δημοσίευσε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχιατρικής Παιδιού και Εφήβου το φθινόπωρο του 2025, υπάρχει ένα γράφημα που πιστεύω ότι αξίζει να το κρατήσει κάποιος σαν αναφορά για όλη τη δεκαετία. Είναι η εξέλιξη των διαγνώσεων κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών στην ηλικιακή ομάδα 15 έως 25 ετών από το 2014 μέχρι το 2024. Η γραμμή ξεκινάει χαμηλά, ακολουθεί μια ήπια αυξητική πορεία μέχρι το 2019, και μετά εκτοξεύεται. Στο 2024, η συχνότητα είναι περίπου διπλάσια από αυτή του 2014. Δεν είναι θόρυβος δεδομένων. Είναι αλλαγή κατάστασης.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται από διεθνείς πηγές, όπως η έρευνα HBSC του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που τοποθετεί την Ελλάδα στις χώρες με σημαντική επιδείνωση των αναφερόμενων ψυχοκοινωνικών συμπτωμάτων στους εφήβους. Η σιωπηρή πτυχή αυτών των αριθμών, και αυτή που αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή το 2026, είναι ότι η ελληνική δημόσια συζήτηση δεν έχει ακόμα αναγνωρίσει την έκταση του φαινομένου.

Τι δείχνουν τα στοιχεία σήμερα

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις που συγκεντρώνουν στοιχεία από το ΕΣΥ, ιδιωτικές κλινικές, σχολικούς ψυχολόγους και πανεπιστημιακά συμβουλευτικά κέντρα, η εικόνα του 2026 περιλαμβάνει τα εξής.

Περίπου ένας στους τρεις Έλληνες ηλικίας 15 έως 24 ετών αναφέρει συμπτώματα κλινικά σημαντικού άγχους τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Στις γυναίκες, το ποσοστό προσεγγίζει το 40 τοις εκατό. Στους άντρες, είναι κοντά στο 25, με τη διαφορά να αποδίδεται εν μέρει σε χαμηλότερα ποσοστά αναφοράς και όχι αναγκαστικά σε χαμηλότερη επίπτωση.

Η κατάθλιψη παρουσιάζει αντίστοιχη εικόνα. Περίπου ένας στους πέντε νέους Έλληνες αναφέρει συμπτώματα μέτριας έως σοβαρής κατάθλιψης. Η μέση ηλικία εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων έχει μειωθεί από τα 18,5 χρόνια στα 16,3 χρόνια σε μια δεκαετία.

Οι διατροφικές διαταραχές, που παραδοσιακά καταγράφονταν χαμηλά στην Ελλάδα συγκριτικά με τη Βόρεια Ευρώπη, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση. Οι κλινικοί που εργάζονται σε δομές υγείας στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μιλούν για τριπλασιασμό των νέων περιστατικών σε πέντε χρόνια, με αυξανόμενη παρουσία ανδρών εφήβων, μια ομάδα που για δεκαετίες θεωρούνταν χαμηλού κινδύνου.

Η αυτοκτονικότητα, ίσως ο πιο σιωπηρός δείκτης, δείχνει αυξανόμενη συχνότητα ιδεασμού στους εφήβους, αν και τα ποσοστά ολοκληρωμένης αυτοκτονίας στην ηλικιακή ομάδα παραμένουν συγκριτικά χαμηλά για ευρωπαϊκά δεδομένα. Η διαφορά μεταξύ ιδεασμού και πράξης είναι σημαντική και αξίζει να την κρατήσουμε στο μυαλό μας, αλλά ο ιδεασμός από μόνος του είναι δείκτης οδύνης που χρειάζεται αναγνώριση.

Γιατί συμβαίνει αυτό τώρα

Η αναζήτηση μίας απλής εξήγησης για ένα τόσο πολύπλοκο φαινόμενο σχεδόν πάντα οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Η αλήθεια είναι ότι αρκετοί παράγοντες λειτουργούν παράλληλα και συσσωρευτικά.

Η οικονομική αβεβαιότητα που διαπερνά τη ζωή του νέου Έλληνα του 2026 είναι ένας από αυτούς. Η γενιά που μεγάλωσε στη σκιά της κρίσης του 2010, που σπούδασε στη σκιά της πανδημίας, και που τώρα βγαίνει στην αγορά εργασίας με μισθούς ασύμμετρους προς το κόστος ζωής, αναπτύσσει μια μορφή χρόνιου άγχους που η ψυχιατρική βιβλιογραφία ξεχωρίζει πια από το τυπικό άγχος της εφηβείας.

Το κενό στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι ένας δεύτερος. Η Ελλάδα έχει από τις χαμηλότερες αναλογίες κλινικών ψυχολόγων ανά κάτοικο στην ΕΕ. Η αναμονή για ραντεβού σε δημόσια δομή ψυχικής υγείας ξεπερνά συχνά τους έξι μήνες. Οι ιδιωτικές αμοιβές, αν και χαμηλότερες από αυτές της Βόρειας Ευρώπης, παραμένουν απρόσιτες για μεγάλη μερίδα της νεολαίας. Η πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας, που λειτουργεί καλά σε χώρες όπως η Φινλανδία και η Ολλανδία, πρακτικά δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι ο ρόλος των social media και των smartphones. Εδώ η βιβλιογραφία είναι πιο διφορούμενη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Δεν υπάρχει αναμφισβήτητη απόδειξη απλής αιτιότητας μεταξύ χρήσης social media και ψυχικής υγείας. Υπάρχουν όμως σταθερές συσχετίσεις, ειδικά για τα κορίτσια στην εφηβεία, που δείχνουν ότι η εντατική χρήση συγκεκριμένων πλατφορμών συνοδεύεται από αυξημένα συμπτώματα. Η συζήτηση εδώ έχει μεγαλύτερη ανάγκη από νηφαλιότητα παρά από κατηγοριοποίηση.

Ο τέταρτος είναι η κοινωνική απομόνωση μετά την πανδημία. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι η συχνότητα προσωπικών συναντήσεων εκτός σχολείου ή πανεπιστημίου στη νεολαία 16 έως 22 ετών στην Ελλάδα δεν έχει επανέλθει στα προ-πανδημικά επίπεδα. Η ώρα του εβδομαδιαίου περιπάτου, της επίσκεψης σε σπίτι φίλου, της οργανωμένης ομαδικής δραστηριότητας έχει μειωθεί κατά περίπου 25 τοις εκατό σε σχέση με το 2019.

Ο πέμπτος, που σπάνια συζητείται, είναι η κρίση νοήματος. Η νεολαία ζει σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακές πηγές νοήματος, όπως η θρησκεία, η οικογένεια ως δεσμός, η σταθερή καριέρα, έχουν αποδυναμωθεί χωρίς να έχουν αντικατασταθεί από κάτι αντίστοιχα ισχυρό. Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά εκδηλώνεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η αλλαγή αυτή συνέβη σε μία γενιά αντί για τρεις.

Τι λειτουργεί όταν εφαρμόζεται σωστά

Από την κλινική εμπειρία και τη διεθνή βιβλιογραφία, τρεις προσεγγίσεις έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές όταν εφαρμόζονται με συνέπεια.

Η πρώτη είναι η έγκαιρη παρέμβαση μέσα στο σχολείο. Χώρες που έχουν επενδύσει σε σχολικούς ψυχολόγους με χαμηλή αναλογία μαθητών ανά επαγγελματία βλέπουν μετρήσιμη μείωση της επιδείνωσης συμπτωμάτων στα παιδιά και τους εφήβους. Η Ελλάδα έχει αυξήσει τις θέσεις τα τελευταία χρόνια, αλλά η αναλογία παραμένει υποδεέστερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η δεύτερη είναι η πρόσβαση σε γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για τις πιο συνηθισμένες μορφές άγχους και κατάθλιψης. Η μέθοδος έχει εκτεταμένη ερευνητική τεκμηρίωση και προσφέρεται από εκπαιδευμένους ψυχολόγους σε μεγάλο αριθμό ελληνικών πόλεων, αν και η κάλυψη παραμένει άνιση μεταξύ Αττικής, μεγάλων αστικών κέντρων και περιφέρειας.

Η τρίτη είναι η κοινοτική στήριξη μέσα από οργανωμένες δραστηριότητες. Αθλητικοί σύλλογοι, ομαδικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες, εθελοντισμός. Το επίπεδο τεκμηρίωσης εδώ είναι πιο μέτριο, αλλά η συσχέτιση μεταξύ ένταξης σε σταθερές κοινοτικές δραστηριότητες και βελτίωσης ψυχικής υγείας είναι ξεκάθαρη.

Τι μπορεί να κάνει ένας γονιός ή φίλος

Αν αναγνωρίζετε σημάδια ότι κάποιος δικός σας νέος αντιμετωπίζει δυσκολίες, η βιβλιογραφία προτείνει τέσσερις βασικές κατευθύνσεις.

Πρώτη, μιλήστε ευθέως αλλά χωρίς πίεση. Η ερώτηση «πώς νιώθεις πραγματικά αυτή την περίοδο» έχει αξία, αν τη συνοδεύσει η διάθεση να ακούσετε χωρίς να ερμηνεύσετε ή να δικαιολογήσετε.

Δεύτερη, αποφύγετε τη ρητορική του «εμείς ήμασταν πιο δύσκολα και τα καταφέραμε». Είναι κατανοητή ως εμπειρία αλλά δεν λειτουργεί ως υποστήριξη. Οι συνθήκες κάθε γενιάς είναι δικές της και η σύγκριση συχνά μεταφράζεται από τον νέο ως υποτίμηση.

Τρίτη, βοηθήστε στο πρώτο τηλεφώνημα προς επαγγελματία. Η Γραμμή 1018 και ο σχολικός ή πανεπιστημιακός ψυχολόγος είναι δωρεάν εκκινήσεις. Η αδυναμία να γίνει το πρώτο βήμα είναι μία από τις μεγαλύτερες πρακτικές δυσκολίες.

Τέταρτη, φροντίστε και τη δική σας ψυχική υγεία. Η οικογενειακή ψυχοεκπαίδευση είναι διαθέσιμη και βοηθάει στο να μην αναπαραχθεί ο κύκλος του στρες μέσα στο σπίτι.

Το συμπέρασμα

Η ψυχική υγεία των νέων στην Ελλάδα του 2026 είναι ένα πρόβλημα που έχει αναγνωριστεί στους ειδικούς κύκλους αλλά δεν έχει ακόμα μεταφραστεί σε δημόσια προτεραιότητα στη σωστή κλίμακα. Τα στοιχεία είναι διαθέσιμα. Οι πρακτικές που λειτουργούν είναι γνωστές. Η απουσία είναι κυρίως η απουσία συντονισμένης δράσης που θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει νωρίτερα.

Η συζήτηση δεν χρειάζεται να γίνει δραματική. Χρειάζεται να γίνει νηφάλια, βασισμένη σε δεδομένα, και να καταλήξει σε πολιτικές που να ενισχύουν την πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας, να αυξάνουν την παρουσία επαγγελματιών στα σχολεία και να επιτρέπουν στους νέους να μιλάνε γι' αυτό που νιώθουν χωρίς να φοβούνται την ετικέτα.

Η πρώτη γενιά που μεγαλώνει με smartphone στο χέρι, με κλίμα που αλλάζει και με αγορά εργασίας που δεν τους υπόσχεται σταθερότητα, χρειάζεται μια κοινωνία που θα ακούσει αυτό που έχει να πει, αντί να της εξηγεί γιατί δεν θα έπρεπε να νιώθει έτσι. Αυτό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η πιο σοβαρή κοινωνική επένδυση που μπορεί να γίνει στα επόμενα δέκα χρόνια.

Κοινοποίηση: f 𝕏